Αλλά και οι άντρες, δεν πήγαιναν πίσω. Καμάρωναν με τα πλουμιστά τους γιλέκα, τα πουκάμισα με τα περίτεχνα σχέδια, τα υφαντά ζωνάρια. Και πέρα-δώθε, πέρα-δώθε….’’
Η κυρία Παράδοση σηκώθηκε κι έπιασε αγκαζέ την Ιστορία. Άρχισαν να περπατούν πάνω-κάτω στο δωμάτιο όλο ζωντάνια, παριστάνοντας το ερωτευμένο ζευγάρι.
‘’Και πώς καταλάβαινε βρε γιαγιά ο άντρας ποια ήταν ανύπαντρη για να τη ζητήσει σε γάμο’’; πετάχτηκε ένα από τα αγόρια του Αιγαίου.
‘’Α χα! Έκανε η Παράδοση’’. Ήταν να μην πάρει φόρα. ‘’Για σήκω επάνω’’ είπε στην Αλεξάνδρεια, την μεγάλη κόρη της Μακεδονίας.
Η κοπέλα σηκώθηκε όρθια όλο περηφάνια. Φορούσε μαύρο καπέλο με πυκνά κρόσσια που το σχήμα του θύμιζε την περικεφαλαία των ανδρών του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τότε, σε κάποια μάχη, ο Βασιλιάς είχε θυμώσει επειδή οι στρατιώτες του είχαν δειλιάσει στη μάχη. Για να τους δείξει ότι οι γυναίκες ήταν πιο γενναίες, φόρεσε σε αυτές το στρατιωτικό κάλυμμα της κεφαλής. Από εκεί άλλωστε είχε πάρει και τ΄όνομά της. Όπως και τα ασημένια γιορντάνια που στόλιζαν το στήθος της, ήταν για να θυμίζουν το θώρακα του πολεμιστή. Αυτά τα ήξερε. Όμως τι ήταν αυτό το καινούριο που της έλεγε τώρα η γιαγιά;
Έκαναν όλοι ησυχία για ν΄ακούσουν. -‘’Βλέπεις την ανασηκωμένη άκρη του εξωτερικού μέρους της στολής που σχηματίζει τρίγωνο; Ε λοιπόν, αυτό είναι η διαφορά από την ανύπαντρη που το έχει ριγμένο κάτω’’, είπε και της έκλεισε με τσαχπινιά το μάτι.
- ‘’Για κοιτάξτε και την κόρη της Θράκης’’, συνέχισε η Ιστορία. Η κοπέλα σηκώθηκε και έκανε μια στροφή. ‘’Στοπ’’! της φώναξε. ‘’Βλέπετε τις χρωματιστές κορδέλες που κρέμονται πίσω στην πλάτη; Αυτά ήταν τα προξενιά. Το μήνυμα κατά κάποιο τρόπο, που έστελνε ο γαμπρός ότι θέλει να παντρευτεί τη συγκεκριμένη κοπέλα. Όπως καταλαβαίνετε, όσο περισσότερες κρεμασμένες κορδέλες έσερνε πίσω της μια κόρη, τόσο πιο πολύ καμάρωνε, σαν την πέρδικα! Γιατί έτσι φαίνονταν πως ήταν περιζήτητη!’’
Τα παιδιά έσκασαν στα γέλια. Η Ιστορία σηκώθηκε και κούνησε ρυθμικά τους γοφούς της, σα να χόρευε. Η Ελλάδα σήκωσε απότομα το κεφάλι.
‘’Και οι κόρες της Στερεάς, νομίζω’’, είπε κι έδειξε την Αράχωβα. ‘’Πίσω στο πανωφόρι τους, το σεγκούνι, οι παντρεμένες έχουν ραμμένη μια μαύρη λωρίδα ενώ οι ανύπαντρες έχουν κόκκινη’’. Μετά θυμήθηκε ότι και τα αγόρια της Ηπείρου, αλλά και ο ξάδερφός τους ο Τσολιάς, ο γιος της Πελοποννήσου φορούσαν στη μέση κόκκινο ζωνάρι όσο ήταν ανύπαντροι, ενώ ως παντρεμένοι φορούσαν μαύρο. Γενικά ίσχυε ότι τα πιο σκούρα χρώματα στα ρούχα και τα μαντήλια τα είχαν οι μεγαλύτερες και παντρεμένες, τα μαύρα οι χήρες, και τα πιο ζωηρά και ανοιχτόχρωμα οι ανύπαντρες.





Your session has timed out for security reasons.