Ν΄ ανοίγει τα παράθυρα, να στρώνει τραπεζομάντηλα, να κόβει ψωμί, να φέρνει φαγητά και γλυκίσματα. Έτρεχε πάνω-κάτω σαν κοριτσάκι. Ξέχασε και τους πόνους στα πόδια, ξέχασε και τα γεράματα για τα οποία συχνά παραπονιόταν στην Ιστορία και την άλλη καλή φίλη της, την Παράδοση.
Όταν απόφαγαν είχε σουρουπώσει. Άναψαν τα ξύλα, που η γιαγιά είχε φροντίσει να μαζέψει και να κουβαλήσει από το κοντινό δάσος και έκατσαν δίπλα στο τζάκι. Ψήνοντας τα κάστανα και τις πατάτες που έφεραν στο μεταξύ η κυρία Ιστορία και η Παράδοση, η γιαγιά πρόσεξε στα μάτια των παιδιών μια θλίψη. Αναρωτήθηκε γιατί.





Your session has timed out for security reasons.