Δυστυχώς η ώρα τρέχει γρήγορα όταν φέρνει χαρά. Έτσι έφτασε το απομεσήμερο και η στιγμή του αποχωρισμού. Φόρεσαν το καθένα τη φορεσιά του, όμως τώρα πια κορδώνονταν με καμάρι, τοποθετούσαν τα καπέλα και τους κεφαλόδεσμους, έστρωναν τις πιέτες, πρόσεχαν ακόμα και το πως θα κάτσουν για να μην τις τσαλακώσουν. Σκύβοντας με μια μικρή υπόκλιση, ασπάστηκαν ένα-ένα το χέρι της γιαγιάς που στα μάτια τους έλαμπε σαν τη βασίλισσα του παραμυθιού. Εκείνη τα φίλησε σταυρωτά στα κατακόκκινα από την έξαψη και το δέος μαγουλάκια τους.

Τους ευχήθηκε να είναι πάντα μονιασμένα, να στηρίζουν και να βοηθάνε το ένα το άλλο και να μην αφήσουν ποτέ, τίποτα και κανέναν να μπει ανάμεσά τους και να τα χωρίσει. Παραμερίζοντας πάντοτε τις όποιες διαφορές τους. Άλλωστε, όλα σε μια μπουκιά τόπο ζούσαν.

Λυπόταν που έφευγαν. Αλλά η αίσθηση απομόνωσης θα ήταν τώρα πιο υποφερτή. Γιατί θα ζούσε με την ελπίδα πως θα ξανάρθουν και θα φέρουν μαζί κι άλλα αδέλφια και ξαδέλφια τους. Ευελπιστούσε πως κάποια μέρα το χωριό θα γεμίσει με πιτσιρίκια που οι φωνές τους θα γλυκαίνουν – έστω και για λίγο κάθε φορά – την πικρή γεύση της μοναξιάς. Κι αυτό της έδινε κουράγιο.

Έκλεισε την πόρτα και κοίταζε να σβήνουν μέσα στο χρόνο οι φιγούρες της χαρούμενης πομπής. Ήταν σίγουρη πως μέσα στην καρδιά όλων, όπως και στη δική της, είχε γίνει μια σπουδαία αλλαγή. Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή, σκέφτηκε χαμογελώντας ικανοποιημένη. Πόσα είχαν να μάθουν ακόμα!!