Είχε ήδη πάει πολύ αργά. Όλα τα παιδιά γονάτισαν πάνω στη φλοκάτη που ήταν φτιαγμένη από μαλλί προβάτων, τα οποία φρόντιζε η γιαγιά για να της παρέχουν το γάλα και το κρέας. Με μπλεγμένα τα μικρά τους χεράκια προσευχήθηκαν. Να είναι γερή η γιαγιά Ελλάδα και να ζήσει πολλά - πολλά χρόνια ακόμη, για να έρχονται πιο συχνά στο χωριό και να τους λέει όμορφες ιστορίες μαζί με τις φίλες της, που στο μεταξύ τα καληνύχτισαν και κίνησαν για τα δικά τους σπίτια.

H γιαγιά ξάπλωσε στο παραγώνι και παίρνοντάς την ο ύπνος, ονειρεύτηκε τις δύο χαμένες κόρες της, τη Μικρά Ασία και την Κύπρο και το γιο της τον Πόντο. Κουβαλούσε μέσα της μεγάλο καημό. Τα είχε τόσο πολύ νοσταλγήσει. Τότε ένας άγγελος εμφανίστηκε στο όνειρό της και την παρηγόρησε, λέγοντάς της πως κάποια στιγμή ίσως τις ξαναδεί κι έτσι αποκοιμήθηκε ευτυχισμένη!