‘’Ας του επιτρέψουμε να έχει λοιπόν και λιγάκι τη μυτούλα ψηλά ε;’’ είπε και άγγιξε με το δάχτυλο της τη μύτη του Τσολιά.

Μια σιωπή απλώθηκε στο ζεστό δωμάτιο. Ο χώρος είχε κατακλυστεί από συναίσθημα. Αποκαμωμένοι όλοι, μα τόσο γεμάτοι, τόσο πλήρεις. Η γλυκιά μυρωδιά που απέπνεε η Ιστορία κι ο μεθυστικός ήχος από τα λόγια της Παράδοσης είχαν καταλαγιάσει όλες τις αμφιβολίες.

Τα πιο μικρά όμως είχαν αρχίσει να νυστάζουν. Η γιαγιά Ελλάδα σηκώθηκε και άρχισε να ετοιμάζει τα κρεβάτια.

Πήρε σεντόνια και κουβέρτες από το ‘’γιούκο’’, τη στοίβα με τα στρωσίδια και τα προικιά της, που ήταν σκεπασμένα με υφαντά κιλίμια για να μη λερώνονται, μιας και μόνο μια παλιά ντουλάπα υπήρχε στο φτωχικό της σπιτάκι.