Η φαντασία των μικρών είχε γεμίσει χρώματα! Είχαν πραγματικά εντυπωσιαστεί. Πόσος πλούτος, πόση γνώση, πόσο μεγαλείο μπορούσαν να χωρέσουν στο ταπεινό σπιτάκι της γιαγιάς Ελλάδας. Ντράπηκαν που στην αρχή…. ντρεπόντουσαν. Όμως τώρα είχαν σηκώσει τους ώμους και στέκονταν γεμάτα περηφάνια, ικανοποίηση και χαρά.

Κάποια στιγμή ακούστηκε το κλειδί να γυρνάει στη βαριά ξύλινη πόρτα και αργά, αγκομαχώντας μπήκε ο Τσολιάς, ο γιος της Πελοποννήσου.

-‘’Γιατί άργησες λεβέντη μου, τι έπαθες’’; τον ρώτησε με αγωνία η γιαγιά.

‘’Τίποτα βρε γιαγιά, μην ανησυχείς. Απλά έπρεπε σε κάθε βήμα στον ανήφορο να σέρνω αυτή τη φούστα. Κι είναι τόσο βαριά.