Σε ένα μικρό γραφικό χωριουδάκι ζούσε εδώ και πολλά χρόνια η γιαγιά Ελλάδα. Είχε 9 παιδιά και πάρα πολλά εγγόνια τα οποία όμως ήταν σκορπισμένα μακριά από το ήσυχο χωριό και δεν μπορούσε να τα βλέπει συχνά. Μια Κυριακή πρωί κάθονταν στο τραπέζι της κουζίνας της, με απλωμένες μπροστά της τις κορνίζες με τις φωτογραφίες που κατά καιρούς της έστελναν από τα πανέμορφα νησιά, τα καταπράσινα βουνά, τον εύφορο κάμπο.

Την πλημμύρισε νοσταλγία. Πόσος καιρός είχε περάσει. Κάποια δεν τα γνώρισε καν. Έτσι αποφάσισε να τους γράψει και να τα καλέσει και όσα μπορούν, να πάνε να την επισκεφτούν. Εκείνη την στιγμή, διέκοψε την αναπόλησή της ένας χτύπος στην πόρτα. Άνοιξε και είδε τη γειτόνισσά της, την κυρία Ιστορία. Ψηλή, γεροδεμένη αλλά αρκετά γερασμένη, ήταν η καλύτερή της φίλη.